Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
29 / 3 / 2019

Το Into The Badlands (που είδα την τελευταία σεζόν του πρόσφατα) είναι μια σειρά που, αν και υποτίθεται πως είναι κατά βάση (επιστημονική) φαντασία, δεν έχει και τόσο “βαριά” φανταστικά στοιχεία. Δηλαδή, δεν πρόκειται να συναντήσεις ρομπότ, αλλά ούτε και μαγεία. Διαδραματίζεται σ’ένα σκηνικό που θα μπορούσες, πολύ γενικά, να το χαρακτηρίσεις μεταποκαλυπτικό: Η Αμερική έχει καταστραφεί (και όλος ο υπόλοιπος κόσμος επίσης, απ’ό,τι φαίνεται) και οι περιοχές της τώρα είναι άγριες και κάποιες από αυτές διοικούνται από “βαρόνους” που τις ελέγχουν και υποτίθεται πως προσφέρουν προστασία στους κατοίκους εκεί – εργάτες που λέγονται cogs στην τοπική ορολογία. Τα πυροβόλα όπλα έχουν, για κάποιο λόγο, απαγορευτεί εδώ και χρόνια, οπότε πια κανείς δεν τα χρησιμοποιεί· αμφίβολο είναι αν ξέρουν καν πώς να τα κατασκευάσουν. Οι πάντες σφάζονται με σπαθιά και βαλλίστρες – αλλά κυρίως με σπαθιά – σε μια καράτε κατάσταση.

Όπως είπα, δεν περιμένεις να δεις “βαριά” φανταστικά στοιχεία σ’αυτό το σκηνικό, αλλά πολύ σύντομα αποδεικνύεται ότι υπάρχει μαγεία, και όσο προχωρά η σειρά τόσο περισσότερη μαγεία συναντάμε – και, όχι, δεν μιλάω γι’αυτούς που μάχονται με εξωφρενικό τρόπο. Και τώρα, στην 3η σεζόν φαίνεται να παρουσιάζεται και κάποια υπερτεχνολογία που, μάλιστα, συλλειτουργεί, με μυστηριώδη τρόπο, με τις μαγικές δυνάμεις κάποιων χαρακτήρων. (Ναι, αυτά είναι από τα πράγματα που μου αρέσουν.)

Μια τέτοια σειρά περιέχει, ανάμεσα σε άλλα, και ακραία φανταστικά στοιχεία έτσι επειδή θέλει να τα περιέχει.

Στο εξωτερικό δεν θεωρείται και τόσο σπουδαίο μια σειρά ή ταινία, ή βιβλίο, να περιλαμβάνει φανταστικά στοιχεία, τελείως υπερβατικά–

Και, ξαφνικά, έτυχε να αναρωτηθώ γιατί το ίδιο δεν συμβαίνει και στην Ελλάδα. Τι πάθαμε; Στο ευρωπαϊκό πηγάδι κατουρήσαμε, βρε αδελφέ; Γιατί δεν περιλαμβάνονται φανταστικά στοιχεία σε ελληνικές σειρές και ταινίες; Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ καμία σοβαρή ταινία ή σειρά με φανταστικά στοιχεία (ίσως κάποια να μου έχει διαφύγει – δεν αποκλείεται). Θυμάμαι μόνο ότι κάποτε είχα ακούσει για μια σειρά με βρικόλακες, αλλά δεν ξέρω καν τον τίτλο τώρα, δεν την είχα δει ποτέ. Και επίσης θυμάμαι πως είχε φτιαχτεί μια ταινία με ζόμπι – Το Κακό, πιστεύω πως ονομαζόταν. Την είχα δει, αλλά νομίζω πως ακόμα και οι δημιουργοί της δεν την είχαν πάρει σοβαρά. Έκαναν την πλάκα τους. Και δεν είναι κακό αυτό. Αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει πραγματικά είναι ταινίες που είναι κάτι περισσότερο από “κάνω την πλάκα μου”.

(Εντάξει, υπάρχει και Ο Καραγκιόζης Αστροναύτης, αν δεν κάνω λάθος. Αλλά αυτό δεν το υπολογίζω.)

Γιατί σ’αυτόν τον γαργαλημένο τόπο μοιάζει να έχουμε αλλεργία προς τα φανταστικά στοιχεία; Θα μου πεις: Μα είναι ακριβά τα ειδικά εφέ. Αυτό φταίει! Θα σου πω: Μαλακίες. Τα σημερινά ειδικά δεν είναι και τόσο ακριβά. Επιπλέον, δεν είναι ανάγκη πάντα να έχεις τρομερά ειδικά εφέ για να συμπεριλάβεις φανταστικά στοιχεία σε μια αφήγηση. Πχ, τι "ειδικά εφέ" χρειάζεσαι για να βάλεις έναν χαρακτήρα να ακούει τις σκέψεις των άλλων; Ή για να βάλεις κάποιον να περνά μέσα από τοίχους; Ή κάτι παρόμοια απλό; Τίποτα το σπουδαίο, βασικά. Γίνεται πολύ εύκολα.

Αλλά υπάρχει αυτή η γαμημένη ελληνική αλλεργία προς τα φανταστικά στοιχεία. Λες και θα τους δαγκώσουν!

Ακόμα και στα βιβλία υπάρχει η συγκεκριμένη αλλεργία. Γι’αυτό κιόλας παλιότερα ήταν πολύ δύσκολο να κυκλοφορήσεις βιβλία με φανταστικά στοιχεία· η αγορά δεν τα υποστηρίζει. Πάρε για παράδειγμα εμένα. Αν δεν είχα τη σημερινή τεχνολογία, μπορεί να έγραφα αλλά δεν θα μπορούσα να δημοσιεύσω παρά ελάχιστα ίσως – ίσως – από αυτά που γράφω, γιατί δεν θα συνέφερε το κόστος εκτύπωσης και διανομής.

Κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ πέρα.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]